Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immuable
01
αμετάβλητος, σταθερός
qui ne change pas, qui reste constant au fil du temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus immuable
συγκριτικός βαθμός
plus immuable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
immuable
αρσενικό πληθυντικό
immuables
θηλυκό ενικό
immuable
θηλυκό πληθυντικό
immuables
Παραδείγματα
Son caractère est immuable malgré les épreuves.
Ο χαρακτήρας του είναι αμετάβλητος, παρά τις δοκιμασίες.



























