Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imaginaire
01
φανταστικός, μη πραγματικός
qui existe seulement dans l'imagination, inventé ou irréel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus imaginaire
συγκριτικός βαθμός
plus imaginaire
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
imaginaire
αρσενικό πληθυντικό
imaginaires
θηλυκό ενικό
imaginaire
θηλυκό πληθυντικό
imaginaires
Παραδείγματα
Les rêves nous emmènent dans des situations imaginaires.
Τα όνειρα μας οδηγούν σε φανταστικές καταστάσεις.
L'imaginaire
[gender: masculine]
01
φαντασία, εικόνα
ensemble des images, idées et créations produites par l'esprit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Son œuvre explore l' imaginaire et les rêves.
Το έργο του εξερευνά τη φαντασία και τα όνειρα.



























