Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'imagination
[gender: feminine]
01
φαντασία, εικόνα
capacité à former des images et des idées dans l'esprit
Παραδείγματα
Son imagination fertile crée des mondes entiers.
Η γόνιμη φαντασία της δημιουργεί ολόκληρους κόσμους.
02
φαντασία, δημιουργικότητα
aptitude à inventer, à créer des idées nouvelles
Παραδείγματα
Il a mis beaucoup d' imagination dans son projet.
Έβαλε πολλή φαντασία στο έργο του.



























