Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'illustrateur
01
εικονογράφος, ζωγράφος
artiste qui crée des images pour accompagner un texte ou pour raconter visuellement une histoire (livres, magazines, affiches, jeux, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
illustrateurs
Παραδείγματα
L'illustrateur travaille sur un livre pour enfants.
Ο εικονογράφος εργάζεται σε ένα βιβλίο για παιδιά.



























