Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'illusion
01
ψευδαίσθηση, φαντασίωση
une attente ou un espoir qui est irréaliste ou illusoire, quelque chose qui semble possible mais ne l'est pas vraiment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
illusions
Παραδείγματα
Il nourrit l'illusion de devenir riche rapidement.
Ψευδαίσθηση τρέφει την ψευδή ελπίδα να γίνει πλούσιος γρήγορα.
02
ψευδαίσθηση, απάτη
une impression ou croyance qui ne correspond pas à la réalité, une méprise sensorielle ou mentale
Παραδείγματα
Il vit dans l'illusion que tout est parfait.
Ζει στην ψευδαίσθηση ότι όλα είναι τέλεια.
03
λάθος, ψευδής αντίληψη
erreur ou fausse perception, quelque chose de faux ou trompeur
Παραδείγματα
Croire qu'il réussira sans travailler est une illusion.
Το να πιστεύει κανείς ότι θα πετύχει χωρίς να δουλέψει είναι μια ψευδαίσθηση.
Λεξικό Δέντρο
illusion
illus



























