horizontal
horizontal
ɔʁizɔ̃tal
awrizawtal

Ορισμός και σημασία του "horizontal"στα γαλλικά

horizontal
01

οριζόντιος, παράλληλος προς τον ορίζοντα

qui est parallèle à l'horizon ou à la ligne de base, qui n'est ni incliné ni vertica 
horizontal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
horizontal
αρσενικό πληθυντικό
horizontaux
θηλυκό ενικό
horizontale
θηλυκό πληθυντικό
horizontales
θεματικό πεδίο
géométrie, orientation, position
Παραδείγματα
La ligne horizontale sépare le ciel de la mer. 

Η οριζόντια γραμμή χωρίζει τον ουρανό από τη θάλασσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

horizontal
horizon
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store