Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Les honoraire
[gender: masculine]
01
αποδοχές, αμοιβές
rémunération versée à un professionnel libéral pour ses services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
honoraires
Παραδείγματα
Elle paie ses honoraires comptant à chaque séance.
Πληρώνει τα αποδοχές της σε μετρητά σε κάθε συνεδρία.
honoraire
01
τιμητικός, επίτιμος
qui exerce une fonction sans recevoir de rémunération, par honneur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
honoraire
αρσενικό πληθυντικό
honoraires
θηλυκό ενικό
honoraire
θηλυκό πληθυντικό
honoraires
Παραδείγματα
Ce poste est purement honoraire et sans salaire.
Αυτή η θέση είναι καθαρά τιμητική και χωρίς μισθό.



























