les honoraire
ho
ɔ
ο
no
νο
raire
ʁaɛʁ
ραερ
horaire

Ορισμός και σημασία του "honoraire"στα γαλλικά

01

αποδοχές, αμοιβές

rémunération versée à un professionnel libéral pour ses services 
les honoraire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
honoraires
Παραδείγματα
Les honoraires du médecin s'élèvent à 50 la consultation. 

Το αντίτιμο του γιατρού ανέρχεται σε 50€ ανά εξέταση.

01

τιμητικός, επίτιμος

qui exerce une fonction sans recevoir de rémunération, par honneur 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
honoraire
αρσενικό πληθυντικό
honoraires
θηλυκό ενικό
honoraire
θηλυκό πληθυντικό
honoraires
θεματικό πεδίο
fonction, statut, titre
Παραδείγματα
Il est président honoraire de l'association depuis 2020. 

Είναι τιμητικός πρόεδρος της ένωσης από το 2020.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store