Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La honte
01
sentiment de malaise ou de gêne causé par une faute, une erreur ou une situation embarrassante
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle a rougi de honte devant toute la classe.



























