Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
horizontal
01
οριζόντιος, παράλληλος προς τον ορίζοντα
qui est parallèle à l'horizon ou à la ligne de base, qui n'est ni incliné ni vertica
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
horizontal
αρσενικό πληθυντικό
horizontaux
θηλυκό ενικό
horizontale
θηλυκό πληθυντικό
horizontales
Παραδείγματα
La ligne horizontale sépare le ciel de la mer.
Η οριζόντια γραμμή χωρίζει τον ουρανό από τη θάλασσα.
Λεξικό Δέντρο
horizontal
horizon



























