Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'horaire
[gender: masculine]
01
πρόγραμμα, ωράριο
la planification des heures auxquelles des événements ou activités se déroulent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
horaires
Παραδείγματα
Il respecte toujours son horaire quotidien.
Συμμορφώνεται πάντα με το καθημερινό του πρόγραμμα.



























