s'habituer
habituer
abitɥe
abitüe
habiterhabiller

Ορισμός και σημασία του "habituer"στα γαλλικά

s'habituer
01

عادت کردن , -

γραμματικές πληροφορίες
βοηθητικό ρήμα
être
ενεστώτα μετοχή
habituant
παθητική μετοχή
habitué
Παραδείγματα
Il s'habitue à son nouveau travail. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store