l'habitant
Pronunciation
/abitɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "habitant"στα γαλλικά

L'habitant
[gender: masculine]
01

κάτοικος, κατοίκος

personne qui vit dans un lieu, une ville ou un pays
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
habitants
Παραδείγματα
Les habitants participent à la fête locale.
Οι κάτοικοι συμμετέχουν στην τοπική γιορτή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store