Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gênant
01
αμήχανος, άβολος
qui cause de l'embarras, de l'inconfort ou de la gêne
Παραδείγματα
Ce silence gênant a rendu la conversation difficile.
Αυτή η αμήχανη σιωπή έκανε τη συζήτηση δύσκολη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αμήχανος, άβολος