Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gêner
01
ντροπιάζω, ενοχλώ
mettre quelqu'un dans une situation inconfortable ou embarrassante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gêne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gênons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gênerai
ενεστώτα μετοχή
gênant
παθητική μετοχή
gêné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gênions
Παραδείγματα
Il ne voulait pas gêner ses amis avec ses problèmes.
Δεν ήθελε να ενοχλήσει τους φίλους του με τα προβλήματά του.



























