ner
ʒɛ
zhe
ner
ne
ne
gêneur

Ορισμός και σημασία του "gêner"στα γαλλικά

gêner
01

ντροπιάζω, ενοχλώ

mettre quelqu'un dans une situation inconfortable ou embarrassante 
gêner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gêne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gênons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gênerai
ενεστώτα μετοχή
gênant
παθητική μετοχή
gêné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gênions
Παραδείγματα
Il ne voulait pas gêner ses amis avec ses problèmes. 

Δεν ήθελε να ενοχλήσει τους φίλους του με τα προβλήματά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store