gérer
gérer
ʒeʁe
zhere
gréergénérergarer

Ορισμός και σημασία του "gérer"στα γαλλικά

gérer
01

διαχειρίζομαι, διοικώ

s'occuper de l'organisation ou de la direction de quelque chose 
gérer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gérerai
ενεστώτα μετοχή
gérant
παθητική μετοχή
géré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gérions
Παραδείγματα
Elle gère une équipe de dix personnes. 

Διαχειρίζεται μια ομάδα δέκα ατόμων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store