Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gérer
01
διαχειρίζομαι, διοικώ
s'occuper de l'organisation ou de la direction de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gérerai
ενεστώτα μετοχή
gérant
παθητική μετοχή
géré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gérions
Παραδείγματα
Ils gèrent plusieurs magasins dans la région.
Διαχειρίζονται πολλά καταστήματα στην περιοχή.



























