la gueule
gueule
gœl
γκœλ
glaïeultilleulseul

Ορισμός και σημασία του "gueule"στα γαλλικά

01

μούρη, στόμα

la bouche ou le museau d'un animal 
la gueule definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gueules
Παραδείγματα
Le lion ouvre sa gueule pour rugir. 

Το λιοντάρι ανοίγει το στόμα του για να βρυχηθεί.

02

στόμιο, άνοιγμα

ouverture large d'un objet 
la gueule definition and meaning
Παραδείγματα
Il a coincé son doigt dans la gueule de la bouteille. 

Έχωσε το δάχτυλό του στο στόμιο του μπουκαλιού.

03

πρόσωπο, μούρη

la forme ou l'expression du visage 
la gueule definition and meaning
Παραδείγματα
Il a une drôle de gueule. 

Έχει ένα αστείο πρόσωπο.

04

στόμα, μούρη

bouche (langage familier, parfois vulgaire) 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Ferme  ta gueule ! 

Κλείσε το στόμα σου!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store