la guerre
Pronunciation
/gɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "guerre"στα γαλλικά

La guerre
[gender: feminine]
01

πόλεμος, ένοπλη σύγκρουση

un conflit armé entre des pays ou des groupes
la guerre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
guerres
Παραδείγματα
La guerre a été suivie d' une période de paix fragile.
Ο πόλεμος ακολουθήθηκε από μια περίοδο εύθραυστης ειρήνης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store