Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La grève
01
απεργία, αποχή
arrêt collectif et volontaire du travail par des salariés pour défendre leurs droits ou revendiquer des améliorations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
grèves
Παραδείγματα
Les ouvriers ont lancé une grève pour demander une augmentation de salaire.
Οι εργάτες ξεκίνησαν μια απεργία για να ζητήσουν αύξηση μισθού.
02
παραλία, όχθη
étendue de sable le long du bord de la mer ou d'un cours d'eau
Παραδείγματα
Nous avons passé la journée à marcher sur la grève.
Περάσαμε την ημέρα περπατώντας στην παραλία.



























