le groupe
groupe
gʁʊp
γκρουπ
troupepoupetroupescoupe

Ορισμός και σημασία του "groupe"στα γαλλικά

01

ομάδα, σύνολο

ensemble de personnes ou de choses réunies 
le groupe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
groupe
Παραδείγματα
Le groupe est parti en voyage ensemble. 

Η ομάδα έφυγε για ταξίδι μαζί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store