grossir
gro
gʁɔ
graw
ssir
siʁ
sir
grossier

Ορισμός και σημασία του "grossir"στα γαλλικά

grossir
01

παχαίνω, αυξάνω βάρος

prendre du poids , devenir plus corpulent 
grossir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
grossis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
grossissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
grossirai
ενεστώτα μετοχή
grossissant
παθητική μετοχή
grossi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
grossissions
Παραδείγματα
Elle a grossi de 5 kilos cet hiver. 

Πάχυνε 5 κιλά αυτόν τον χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store