Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grossir
01
παχαίνω, αυξάνω βάρος
prendre du poids, devenir plus corpulent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
grossis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
grossissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
grossirai
ενεστώτα μετοχή
grossissant
παθητική μετοχή
grossi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
grossissions
Παραδείγματα
Il ne grossit pas malgré ses excès.
Δεν παχαίνει παρά τις υπερβολές του.



























