Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La grotte
01
σπήλαιο, σπηλιά
cavité naturelle souterraine dans la roche
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
grottes
Παραδείγματα
Les hommes préhistoriques vivaient parfois dans des grottes.
Οι προϊστορικοί άνθρωποι ζούσαν μερικές φορές σε σπηλιές.
02
τεχνητή σπηλιά, τεχνητή σπηλιά
cavité creusée ou aménagée par l'homme
Παραδείγματα
La grotte a été sculptée dans la roche pour servir de refuge.
Η σπηλιά σκαλίστηκε στον βράχο για να χρησιμεύσει ως καταφύγιο.



























