la grotte
Pronunciation
/ɡʁɔt/

Ορισμός και σημασία του "grotte"στα γαλλικά

01

σπήλαιο, σπηλιά

cavité naturelle souterraine dans la roche
la grotte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
grottes
02

τεχνητή σπηλιά, τεχνητή σπηλιά

cavité creusée ou aménagée par l'homme
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store