grimper
grimper
gʁɛ̃pe
grepe
grimpeurgrippergrimer

Ορισμός και σημασία του "grimper"στα γαλλικά

grimper
01

σκαλίζω, ανεβαίνω

monter en utilisant les mains et les pieds 
grimper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
grimpe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
grimpons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
grimperai
ενεστώτα μετοχή
grimpant
παθητική μετοχή
grimpé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
grimpions
Παραδείγματα
Les enfants grimpent aux arbres dans le parc. 

Τα παιδιά σκαρφαλώνουν στα δέντρα στο πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store