grimper
Pronunciation
/gʀɛ̃pe/

Ορισμός και σημασία του "grimper"στα γαλλικά

grimper
01

σκαλίζω, ανεβαίνω

monter en utilisant les mains et les pieds
grimper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
grimpe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
grimpons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
grimperai
ενεστώτα μετοχή
grimpant
παθητική μετοχή
grimpé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
grimpions
Παραδείγματα
Il faut grimper cette échelle pour réparer le toit.
Πρέπει να ανεβείτε σε αυτήν την σκάλα για να επισκευάσετε την οροφή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store