Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grincer
01
τρίζω, τσούζω
produire un son aigu et désagréable par frottement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
grince
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
grinçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
grincerai
παθητική μετοχή
grincé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
grincions
Παραδείγματα
La craie grince sur le tableau.
Η κιμωλία τρίζει στον πίνακα.
02
τρίζω, τρίβω
frotter les dents les unes contre les autres involontairement
Παραδείγματα
Le bruxisme fait grincer des dents inconsciemment.
Ο βρουξισμός σε κάνει να τρίβεις τα δόντια ασυναίσθητα.



























