grincer
Pronunciation
/ɡʁɛ̃sˈe/

Ορισμός και σημασία του "grincer"στα γαλλικά

grincer
01

τρίζω, τσούζω

produire un son aigu et désagréable par frottement
grincer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
grince
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
grinçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
grincerai
παθητική μετοχή
grincé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
grincions
Παραδείγματα
La craie grince sur le tableau.
Η κιμωλία τρίζει στον πίνακα.
02

τρίζω, τρίβω

frotter les dents les unes contre les autres involontairement
Παραδείγματα
Le bruxisme fait grincer des dents inconsciemment.
Ο βρουξισμός σε κάνει να τρίβεις τα δόντια ασυναίσθητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store