Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grignoter
01
τσιμπολογώ, τρώω κάτι ελαφρύ
manger un peu, sans faire un vrai repas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
grignote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
grignotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
grignoterai
ενεστώτα μετοχή
grignotant
παθητική μετοχή
grignoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
grignotions
Παραδείγματα
Je préfère grignoter des fruits l'après-midi.
Προτιμώ να μασάω φρούτα το απόγευμα.
02
σταδιακά κερδίζω, σιγά-σιγά αποκτώ
gagner ou obtenir progressivement, petit à petit
Παραδείγματα
Il grignote de l'expérience chaque année dans ce métier.
Ροκανίζει εμπειρία κάθε χρόνο σε αυτό το επάγγελμα.
03
καταστρέφω σταδιακά, διαβρώνω
abîmer ou dégrader progressivement jusqu'à détruire
Παραδείγματα
L'humidité grignote les murs de la maison.
Η υγρασία κατατρώει τους τοίχους του σπιτιού.



























