geler
ge
ʒe
ζε
ler
le
λε
gelée

Ορισμός και σημασία του "geler"στα γαλλικά

01

παγώνω, καταψύχω

passer de l'état liquide à solide sous l'effet du froid 
geler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gèle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gelons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gèlerai
ενεστώτα μετοχή
gelant
παθητική μετοχή
gelé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gelions
Παραδείγματα
L'étang a gelé pendant la nuit. 

Η λίμνη πάγωσε κατά τη διάρκεια της νύχτας.

02

( finance )  bloquer temporairement des fonds ou des avoirs pour empêcher leur utilisation 

Παραδείγματα
La banque a gelé les fonds après avoir détecté une transaction suspecte. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store