Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gencive
[gender: feminine]
01
ούλο, ούλα
tissu rose qui entoure et soutient les dents
Παραδείγματα
La gencive peut reculer avec l' âge.
Το ούλο μπορεί να υποχωρήσει με την ηλικία.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ούλο, ούλα