Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
geler
01
παγώνω, καταψύχω
passer de l'état liquide à solide sous l'effet du froid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gèle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gelons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gèlerai
ενεστώτα μετοχή
gelant
παθητική μετοχή
gelé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gelions
Παραδείγματα
Le lac gèle chaque hiver assez pour patiner.
Η λίμνη παγώνει κάθε χειμώνα αρκετά για πατινάζ.



























