garder
Pronunciation
/gaʀde/

Ορισμός και σημασία του "garder"στα γαλλικά

garder
01

διατηρώ, φυλάσσω

conserver quelque chose, ne pas s'en séparer
garder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
garde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gardons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
garderai
ενεστώτα μετοχή
gardant
παθητική μετοχή
gardé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gardions
Παραδείγματα
Ils gardent le silence pendant la cérémonie.
Αυτοί διατηρούν τη σιωπή κατά τη διάρκεια της τελετής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store