Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
garder
01
διατηρώ, φυλάσσω
conserver quelque chose, ne pas s'en séparer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
garde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gardons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
garderai
ενεστώτα μετοχή
gardant
παθητική μετοχή
gardé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gardions
Παραδείγματα
Ils gardent le silence pendant la cérémonie.
Αυτοί διατηρούν τη σιωπή κατά τη διάρκεια της τελετής.



























