Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gare
[gender: feminine]
01
σιδηροδρομικός σταθμός
endroit où les trains s'arrêtent pour monter et descendre les passagers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gares
Παραδείγματα
Ils sont arrivés à la gare hier soir.
Έφτασαν στον σταθμό χθες το βράδυ.
gare
01
Πρόσεχε!, Προσοχή!
mot utilisé pour prévenir quelqu'un d'un danger ou d'une attention nécessaire
Παραδείγματα
Gare, ça glisse !
Πρόσεχε, είναι γλιστερό!



























