garder
gar
gaʁ
gar
der
de
de
gardeurgarer

Ορισμός και σημασία του "garder"στα γαλλικά

garder
01

διατηρώ, φυλάσσω

conserver quelque chose, ne pas s'en séparer 
garder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
garde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gardons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
garderai
ενεστώτα μετοχή
gardant
παθητική μετοχή
gardé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gardions
Παραδείγματα
Il garde toutes les lettres de son enfance. 

Φυλάει όλα τα γράμματα από την παιδική του ηλικία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store