fréquenter
Pronunciation
/fʀekɑ̃te/

Ορισμός και σημασία του "fréquenter"στα γαλλικά

fréquenter
01

συναναστρέφομαι, βγαίνω με

voir régulièrement des personnes ou aller souvent dans un lieu
fréquenter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fréquente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fréquentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fréquenterai
ενεστώτα μετοχή
fréquentant
παθητική μετοχή
fréquenté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fréquentions
Παραδείγματα
Ils fréquentent la bibliothèque universitaire.
Συχνάζουν στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store