Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fréquenter
01
συναναστρέφομαι, βγαίνω με
voir régulièrement des personnes ou aller souvent dans un lieu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fréquente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fréquentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fréquenterai
ενεστώτα μετοχή
fréquentant
παθητική μετοχή
fréquenté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fréquentions
Παραδείγματα
Ils fréquentent la bibliothèque universitaire.
Συχνάζουν στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου.



























