le frère
frère
fʁaɛ̯ʁ
fraer
frire

Ορισμός και σημασία του "frère"στα γαλλικά

01

αδελφός, αδελφός

garçon ou homme ayant les mêmes parents qu'une autre personne 
le frère definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
frères
Παραδείγματα
Mon frère s'appelle Karim. 

Ο αδερφός μου λέγεται Καρίμ.

02

αδελφός, μοναχός

homme qui fait partie d'un ordre religieux et vit en communauté 
le frère definition and meaning
Παραδείγματα
Le frère Jean vit dans un monastère. 

Ο αδελφός Ζαν ζει σε ένα μοναστήρι.

01

αδελφικός, αδερφικός

unis par des valeurs, une histoire ou une lutte partagée 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
frère
αρσενικό πληθυντικό
frères
θηλυκό ενικό
frère
θηλυκό πληθυντικό
frères
Παραδείγματα
Les pays frères se sont soutenus pendant la guerre. 

Οι αδελφικές χώρες υποστήριξαν η μία την άλλη κατά τη διάρκεια του πολέμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store