la fripouille
fri
fʁi
fri
pouille
pʊj
pooy
nouillestrouillefouillebouille

Ορισμός και σημασία του "fripouille"στα γαλλικά

01

αλήτης, παλιάνθρωπος

personne malhonnête, vile ou méprisable 
la fripouille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fripouilles
Παραδείγματα
Ce politicien est une vraie fripouille. 

Αυτός ο πολιτικός είναι ένας αληθινός αχρείος.

02

καταστροφέας, ατακτοπαίδι

enfant espiègle, malin mais sans méchanceté 
Παραδείγματα
Viens ici, petite fripouille. 

Έλα εδώ, μικρέ παλιόπαιδο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store