frimer
fri
fʁɪ
fri
mer
me
me
friserfrimeurfriper

Ορισμός και σημασία του "frimer"στα γαλλικά

frimer
01

κάνω επίδειξη, καυχιέμαι

se vanter ou se montrer pour impressionner les autres 
frimer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
frime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
frimons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
frimerai
ενεστώτα μετοχή
frimant
παθητική μετοχή
frimé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
frimions
Παραδείγματα
Il aime frimer avec sa moto neuve. 

Του αρέσει να επιδεικνύεται με τη νέα του μοτοσυκλέτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store