Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frimer
01
κάνω επίδειξη, καυχιέμαι
se vanter ou se montrer pour impressionner les autres
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
frime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
frimons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
frimerai
ενεστώτα μετοχή
frimant
παθητική μετοχή
frimé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
frimions
Παραδείγματα
Il frime pour impressionner ses collègues.
Αυτός καυχιέται για να εντυπωσιάσει τους συναδέλφους του.



























