Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fredonner
01
σιγοτραγουδώ, μουρμουρίζω
chanter à voix basse, souvent la mélodie seulement
Παραδείγματα
La chanteuse fredonnait avant de monter sur scène.
Η τραγουδίστρια έψελνε πριν ανέβει στη σκηνή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σιγοτραγουδώ, μουρμουρίζω