Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fraternité
[gender: feminine]
01
αδελφοσύνη, αλληλεγγύη
sentiment d'amitié, de solidarité et d'entraide entre des personnes comme des frères
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La fraternité encourage la paix et la compréhension.
Η αδελφότητα ενθαρρύνει την ειρήνη και την κατανόηση.



























