francophone
Pronunciation
/fʀɑ̃kɔfɔn/

Ορισμός και σημασία του "francophone"στα γαλλικά

francophone
01

γαλλοφωνικός, γαλλοφωνική

qui parle français, ou qui utilise le français comme langue principale
francophone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
francophone
αρσενικό πληθυντικό
francophones
θηλυκό ενικό
francophone
θηλυκό πληθυντικό
francophones
Παραδείγματα
Les cours sont donnés en milieu francophone.
Τα μαθήματα διδάσκονται σε ένα γαλλόφωνο περιβάλλον.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store