Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
francophone
01
γαλλοφωνικός, γαλλοφωνική
qui parle français, ou qui utilise le français comme langue principale
Παραδείγματα
Les cours sont donnés en milieu francophone.
Τα μαθήματα διδάσκονται σε ένα γαλλόφωνο περιβάλλον.



























