Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fredonner
01
σιγοτραγουδώ, μουρμουρίζω
chanter à voix basse, souvent la mélodie seulement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fredonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fredonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fredonnerai
ενεστώτα μετοχή
fredonnant
παθητική μετοχή
fredonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fredonnions
Παραδείγματα
Elle fredonne une chanson pendant qu'elle cuisine.
Αυτή σουρουπώνει ένα τραγούδι ενώ μαγειρεύει.



























