la fraude
Pronunciation
/fʁod/

Ορισμός και σημασία του "fraude"στα γαλλικά

La fraude
[gender: feminine]
01

απάτη, εξαπάτηση

action de tromper ou d'escroquer quelqu'un, souvent pour obtenir de l'argent
la fraude definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fraudes
Παραδείγματα
La fraude électorale menace la démocratie.
Η εκλογική απάτη απειλεί τη δημοκρατία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store