la forêt
Pronunciation
/fɔʀɛ/

Ορισμός και σημασία του "forêt"στα γαλλικά

La forêt
[gender: feminine]
01

δάσος, δρυμός

grande étendue couverte d'arbres et de végétation
la forêt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
forêts
Παραδείγματα
L' automne rend la forêt magnifique.
Το φθινόπωρο κάνει το δάσος υπέροχο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store