la fossette
fo
faw
ssette
sɛt
set
facette

Ορισμός και σημασία του "fossette"στα γαλλικά

01

λακκάκι, μικρή κοιλότητα

petite cavité naturelle sur la peau, souvent sur le menton ou les joues 
la fossette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fossettes
Παραδείγματα
Elle a une fossette sur la joue droite. 

Έχει μια λακκάκι στο δεξί μάγουλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store