la fossette

Ορισμός και σημασία του "fossette"στα γαλλικά

01

λακκάκι, μικρή κοιλότητα

petite cavité naturelle sur la peau, souvent sur le menton ou les joues
la fossette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fossettes
Παραδείγματα
Les fossettes sont souvent considérées comme mignonnes.
Οι λακκούβες θεωρούνται συχνά χαριτωμένες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store