Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fortuné
01
πλούσιος, ευκατάστατος
qui possède une grande richesse matérielle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fortuné
συγκριτικός βαθμός
plus fortuné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fortuné
αρσενικό πληθυντικό
fortunés
θηλυκό ενικό
fortunée
θηλυκό πληθυντικό
fortunées
Παραδείγματα
Ce quartier est habité par des familles fortunées.
Αυτή η γειτονιά κατοικείται από ευκατάστατες οικογένειες.



























