foncièrement
fonc
fɔ̃s
φοσ
ière
jɛʁ
γερ
ment
mɑ̃
μα

Ορισμός και σημασία του "foncièrement"στα γαλλικά

foncièrement
01

πλήρως, εντελώς

de façon totale , entièrement 
foncièrement definition and meaning
Παραδείγματα
Il est foncièrement convaincu de son innocence. 

Είναι θεμελιωδώς πεπεισμένος για την αθωότητά του.

02

θεμελιωδώς, ουσιαστικά

de manière profonde et essentielle, en vérité 
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Il est foncièrement honnête malgré ses erreurs. 

Είναι θεμελιωδώς ειλικρινής παρά τα λάθη του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store