Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fonctionner
01
λειτουργώ
agir ou opérer de la manière prévue, en parlant d'un appareil, d'un mécanisme ou d'un système
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fonctionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fonctionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fonctionnerai
ενεστώτα μετοχή
fonctionnant
παθητική μετοχή
fonctionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fonctionnions
Παραδείγματα
Votre cœur ne fonctionne pas à la normale.
Το νέο σου τηλέφωνο λειτουργεί καλά;



























