fonctionner
fonctionner
fɔ̃ksjɔne
fawksyawne

Ορισμός και σημασία του "fonctionner"στα γαλλικά

fonctionner
01

λειτουργώ

agir ou opérer de la manière prévue, en parlant d'un appareil, d'un mécanisme ou d'un système 
fonctionner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fonctionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fonctionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fonctionnerai
ενεστώτα μετοχή
fonctionnant
παθητική μετοχή
fonctionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fonctionnions
Παραδείγματα
Le lave-vaisselle ne fonctionne plus correctement. 

Το πλυντήριο πιάτων δεν λειτουργεί πλέον σωστά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store