Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
foncièrement
01
πλήρως, εντελώς
de façon totale, entièrement
Παραδείγματα
Ils sont foncièrement favorables au changement.
Είναι θεμελιωδώς υπέρ της αλλαγής.
02
θεμελιωδώς, ουσιαστικά
de manière profonde et essentielle, en vérité
Παραδείγματα
Ils sont foncièrement opposés à cette décision.
Είναι θεμελιωδώς αντίθετοι σε αυτή την απόφαση.



























