Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La folie
[gender: feminine]
01
τρέλα, παραφροσύνη
état de quelqu'un qui a perdu la raison ou qui agit de manière irrationnelle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La guerre est souvent perçue comme une folie collective.
Ο πόλεμος συχνά αντιλαμβάνεται ως συλλογική τρέλα.
02
σπατάλη, ασωτεία
action de dépenser de l'argent de manière excessive ou imprudente
Παραδείγματα
Acheter tous ces cadeaux à la dernière minute était une folie.
Η αγορά όλων αυτών των δώρων την τελευταία στιγμή ήταν μια τρέλα.



























